matematisoida Grec
3 traductions
| Traduction | Contexte | Audio |
|---|---|---|
|
formel
🇫🇮 Yritämme matematisoida ongelman ratkaisun.
🇬🇷 Προσπαθούμε να μαθηματικοποιήσουμε τη λύση του προβλήματος.
🇫🇮 Tämä teoria matematisoi fysiikan ilmiöt.
🇬🇷 Αυτή η θεωρία μαθηματικοποιεί τα φαινόμενα της φυσικής.
|
tekninen, akateeminen | |
|
commun
🇫🇮 Opettaja pyysi meitä matematisoimaan lauseen.
🇬🇷 Ο δάσκαλος μας ζήτησε να μετατρέψουμε την πρόταση σε μαθηματική μορφή.
🇫🇮 On tärkeää osata matematisoida arkielämän ongelmia.
🇬🇷 Είναι σημαντικό να μπορείς να μετατρέπεις σε μαθηματική μορφή τα προβλήματα της καθημερινής ζωής.
|
selittävä, arkinen selitys | |
|
formel
🇫🇮 Insinöörit matematisoivat suunnitelmat tarkasti.
🇬🇷 Οι μηχανικοί κωδικοποιούν μαθηματικά τα σχέδια με ακρίβεια.
🇫🇮 Ohjelmistokehittäjät matematisoivat algoritmit.
🇬🇷 Οι προγραμματιστές κωδικοποιούν μαθηματικά τους αλγορίθμους.
|
tekninen, ohjelmointi |